Τρίτη, Νοέμβριος 03, 2009

Ο άνθρωπος που χάριζε υποσχέσεις

Ο άνθρωπος που χάριζε υποσχέσεις έτσι ξαφνικά πέθανε.
Είχαμε μείνει με τα χέρια ανοιχτά, περιμέναμε πως θα έπεφταν στις παλάμες μας λευκά περιστέρια και γελούσαμε, αλλά όχι πολύ δυνατά για να μην τα τρομάξουμε.΄Ήταν η μέρα γλυκειά κι ας έκανε κρύο, φορούσαμε θυμάμαι ζεστές μπότες στα πόδια μας και κασκόλ γύρω από τους λαιμούς, πάνω μας έπεφτε το χιόνι γυαλιστερό λες και το φώτιζαν προβολείς. Απλωνόταν η μέρα και κρατούσαμε τις ανάσες μας, ανάσες μέσα στο γέλιο. Αλλά ο άνθρωπος που χάριζε τις υποσχέσεις πέθανε και όταν το μάθαμε, με τις παλάμες ακόμα ανοιχτές λες και είχαν αρρωστήσει τα μέλη αυτά του σώματός μας, με τις παλάμες ορθάνοιχτες λες και τα περιστέρια θα μαγεύονταν από εμάς, πόσο ψέμα, μέναμε και γέμιζαν οι χούφτες μας μονάχα από χιόνι που έλιωνε και έκαιγε τα χέρια μας και έτσουζε το δέρμα.
Ο άνθρωπος που χάριζε υποσχέσεις πέθανε. Πώς τόλμησε; Τον περιμέναμε όλη τη μέρα, μέχρι που βράδιαζε και ύστερα σκεφτήκαμε πως θα αρρωσταίναμε και καλά θα κάναμε να γυρίσουμε γρήγορα στα σπίτια μας. Εκεί που μας περίμενε το καλοριφέρ και ένα ζεστό κακάο και ύστερα το μαλακό πουπουλένιο μας πάπλωμα.
Την άλλη μέρα κανένας δεν ξαναμίλησε για εκείνον. Σύντομα τον ξεχάσαμε. Ξαναγυρίσαμε στις δουλειές μας. Τα πρωινά κοιτούσαμε για την αλληλογραφία και ύστερα το μεσημέρι τρώγαμε φαγητό στην τραπεζαρία. Χαιρετούσαμε τους υπαλλήλους που μας είχαν μάθει και αδειάζαμε τους δίσκους ο ένας μετά τον άλλο. Επιστρέφαμε στην εργασία μας και το βράδυ στο σπίτι ξεκουραζόμασταν βλέποντας τις αγαπημένες μας σειρές.
Ο άνθρωπος που μοίραζε υποσχέσεις, αυτός ο γλυκός και καλός κατά βάθος, αλλά τόσο μα τόσο εγωιστής που πέθανε χωρίς να μας σκεφτεί, χωρίς να προσπαθήσει να παρατείνει για λίγο την ύπαρξή του ίσαμε να εκπληρώσει κάποια από τις υποσχέσεις, ο άνθρωπος αυτός δεν ξαναεμφανίστηκε ούτε στα όνειρά μας. Και οι υποσχέσεις του ξεχάστηκαν, όπως ξεχνιέται μια όμορφη ημέρα.